M' αρέσει να ξεφυλλίζω τα παλιά σχολικά βιβλία˙ ιδιαιτέρως, τα νεοελληνικά αναγνώσματα του Γυμνασίου, τα αναγνωστικά του Δημοτικού και φυσικά, τις Βιολογίες, που τότε, στις δεκαετίες του 60 και του 70, ονομάζονταν «Ανθρωπολογίες», «Ζωολογίες», «Φυτολογίες» και «Φυσικές Ιστορίες» για το Δημοτικό. 
Αν αποδώσετε την ευχαρίστηση που αισθάνομαι όταν τα φυλλομετρώ στην νοσταλγία για τα χρόνια που υπήρξα ο μικρός μαθητής που έσκυβε πάνω τους, δεν θα έχετε άδικο.
Όμως, όσο κι αν η νοσταλγία παίζει τα παιχνίδια της, αμβλύνοντας την κρίση μας και εξιδανικεύοντας το παρελθόν, τα παλαιά σχολικά βιβλία εξακολουθούν να γοητεύουν, ίσως διότι ο χρόνος που μεσολάβησε, στάθηκε απέναντί τους, αυστηρός κριτής. Ανέδειξε τις θετικές πλευρές τους, χωρίς να αποσιωπήσει όσες δεν άντεξαν στο πέρασμά του.

Τάσσος: Μεσημέρι


Επειδή λοιπόν πιστεύω ότι κάποια από τα χαρακτηριστικά τους, μπορούν να υποδείξουν την κατεύθυνση μιας «προοδευτικής οπισθοδρόμησης», που ίσως βελτιώσει τα σχολικά εγχειρίδια τα οποία θα συγγραφούν και θα εκτυπωθούν εντεύθεν, αποφάσισα να σας κουράσω γράφοντας ό,τι εξακολουθεί να μου αρέσει στα παλαιά σχολικά εγχειρίδια, τόσο στον τομέα της κατασκευής και αισθητικής τους, όσο και στον τομέα του περιεχομένου τους (κείμενο, εικόνες, γλώσσα κ.τ.λ.).

Ποιότητα κατασκευής

Μου αρέσει λοιπόν η ποιότητα της κατασκευής τους. Αυτή η ποιότητα που μοιάζει χειροποίητη είναι όμως και χρηστική, καθώς οι ραμμένες σελίδες τους, επιτρέπουν στον αναγνώστη τους να τα διπλώνει χωρίς τον κίνδυνο να φυλλορροήσουν, όπως τα σύγχρονα. Μου αρέσει επίσης το σχετικά πορώδες και ελαφρά κίτρινο χαρτί τους, που περιορίζει τις αντανακλάσεις και κάνει το διάβασμα πιο ξεκούραστο, καθώς και τα σκληρά εξώφυλλα των παλαιότερων από αυτά, που προσέδιδαν ανθεκτικότητα στη χρήση.

Στοιχειοθεσία

Όμορφη όμως ήταν και η στοιχειοθεσία τους, χάρη στην οποία τα γράμματα έμοιαζαν ανάγλυφα, συγκρινόμενα με τα κάπως επίπεδα, των σύγχρονων εγχειριδίων, αλλά και η επιμέλειά της, που φρόντιζε να απαλείφει τις αντιαισθητικές και μη λειτουργικές στην ανάγνωση χήρες και ορφανές γραμμές. 

Μου αρέσουν επίσης οι οικογένειες γραμμάτων που χρησιμοποιούσαν: Τα πιο παλαιά με την οικογένεια γραμμάτων που είχε σχεδιάσει ο Firmin Didot και είχε χρησιμοποιήσει ο Αδαμάντιος Κοραής στο εκδοτικό έργο του, με τις χαρακτηριστικές ουρίτσες στο τέλος κάθε γράμματος και τις πατούρες στη βάση τους (serif), και τα πιο σύγχρονα, χωρίς αυτές (san serif), όλες τους όμως λιτές, ευχάριστες και κυρίως με χαρακτηριστικά ελληνικά γράμματα όπως το κ, το χ και το τελικό σίγμα.


Εικονογράφηση

Δεν θα έπρεπε επίσης να παραλείψουμε την εικονογράφησή τους, καθώς οι εικόνες αποτελούν συστατικό στοιχείο των πληροφοριών που παρέχει το βιβλίο, αλλά και διότι αποτελούν μέρος της ταυτότητάς του, της ταυτότητας που μπορεί να προσελκύσει ή να απωθήσει τον αναγνώστη του.

Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι η πλειονότητα των παλαιών βιβλίων σπανίως είχαν επιμελημένη εικονογράφηση. Όποτε όμως το σχολικό εγχειρίδιο αντιμετωπίστηκε ως προϊόν σχεδιασμού, στον οποίο τα εικαστικά στοιχεία μετείχαν ισότιμα με το κείμενο, και όχι ως ένα κείμενο στο οποίο απλώς εντίθενταν μερικές εικόνες, τα αποτελέσματα, από εικαστική και παιδαγωγική άποψη, ήταν εξαιρετικά. 

Σ΄ αυτό συνέβαλε η ανάληψη, από το 1932, της διεύθυνσης του Εργαστηρίου Χαρακτικής της Σχολής Καλών Τεχνών από τον Γιάννη Κεφαλληνό, και η διδασκαλία του μαθήματος της Τέχνης του βιβλίου. Τόσο ο Κεφαλληνός, όσο και οι μαθητές του (Κ. Γραμματόπουλος, Α. Αλεβίζος- ο γνωστός Τάσσος), αλλά και άλλοι σπουδαίοι καλλιτέχνες, όπως ο Σ. Βασιλείου και ο Α. Αστεριάδης, άφησαν πίσω τους εξαιρετικά δείγματα εικονογράφησης σχολικών βιβλίων με όμορφες εικόνες, διακοσμητικά ένθετα, πρωτογράμματα κ.α΄.





Η Ζωολογία του Π. Τσιλήθρα και η εικονογράφησή της από τον Τάσσο

Επιμελημένη εικονογράφηση, κατά κανόνα, είχαν τα Αναγνωστικά και τα εγχειρίδια Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων. Αντιθέτως, η εικονογράφηση των άλλων εγχειριδίων στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι Βιολογίες (Ανθρωπολογίες, Ζωολογίες κ.τ.λ.) ήταν μέτρια και μάλλον δάνεια (από ξένα εγχειρίδια) καθώς δεν πιστώνεται σε έναν γραφίστα, καλλιτέχνη κ.τ.λ. που την υπέγραψε. Εξαίρεση αποτελούσε η Ζωολογία του Π. Τσιλήθρα που πρωτοεκδόθηκε το 1950 και στη συνέχεια γνώρισε διάφορες επανεκδόσεις, ως τη δεκαετία του 70. Στην πρώτη έκδοσή του το βιβλίο περιελάμβανε χρωμολιθογραφίες και μαυρόασπρες λιθογραφίες που είχε φιλοτεχνήσει ο Τάσσος. Στις επόμενες εκδόσεις οι χρωμολιθογραφίες αφαιρέθηκαν, έμειναν όμως οι μαυρόασπρες.


Αν και οι λιθογραφίες του Τάσσου, είναι προφανές ότι δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε ένα σύγχρονο σχολικό εγχειρίδιο, καθώς απηχούν το πνεύμα και τα αισθητικά κριτήρια της εποχής τους, διαθέτουν χάρη, λιτότητα και έχουν τοποθετηθεί με διακριτικότητα στο έντυπο κείμενο, ώστε να αρέσουν ακόμη και σήμερα. Και με την ευκαιρία αυτή επιθυμώ να διατυπώσω την εντύπωση, ότι γενικώς τα σχέδια και οι εικόνες ζωικών ή φυτικών οργανισμών, "συνοψίζουν" και αναδεικνύουν, πολύ περισσότερο, από τις φωτογραφίες (όσο καλές και αν είναι) τα χαρακτηριστικά (της πλατωνικής ιδέας) του είδους που απεικονίζουν.

Εξαιρετικές επίσης είναι οι λιθογραφίες του εγχειρίδιου στις οποίες παρουσιάζονται τα ανατομικά και τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των οργανισμών. Η λιτότητα, η ακρίβεια και η πλήρης αντιστοιχία των πληροφοριών που παρέχουν, με τις πληροφορίες που παρέχει το κείμενο (κάτι δυστυχώς που δεν συμβαίνει στα σύγχρονα βιβλία) κάνουν τη μελέτη ευχάριστη και αποτελεσματική.


Ο Φυσικός κόσμος, μέσα από τα Αναγνωστικά

Ας επιστρέψουμε όμως στα Αναγνωστικά και στα Νεοελληνικά Αναγνώσματα. Αν αναρωτηθείτε γιατί θα έπρεπε ένα δικτυακός τόπος για τη Βιολογία να ενδιαφέρεται για τα Αναγνωστικά, είναι διότι ο συντάκτης του άρθρου, πιστεύει ότι:
Όπως τα βιβλία Βιολογίας, Φυσικής, Χημείας κ.τ.λ. καλλιεργούν, ταυτόχρονα με τη γνώση του αντικειμένου τους, και τη γνώση της χρήσης της γλώσσας, αντίστοιχα τα Αναγνωστικά και τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα, καλλιέργησαν εκτός από τη χρήση της γλώσσας, και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον φυσικό κόσμο.
Και πράγματι επειδή οι καλλιτέχνες των Αναγνωστικών των δεκαετιών του 50 και του 60 αναπαράστησαν το Ελληνικό περιβάλλον με την χρησιμοποίηση οικείων στο μαθητή εκφραστικών μέσων (που αντλήθηκαν κυρίως από τη λαϊκή παράδοση), οι αναπαραστάσεις του ήταν ευανάγνωστες και αυθεντικές, ώστε να καλλιεργούν στον μικρό αναγνώστη, τη γνώση αλλά και την αγάπη του γι΄αυτό. Βέβαια, ανατρέχοντας κανείς στα Αναγνωστικά των δεκαετιών που ακολούθησαν μετά τον πόλεμο, θα μπορούσε να τους καταλογίσει ότι, τόσο στα κείμενά τους, όσο και στην εικονογράφησή τους, προβάλλεται μια χρησιμοθηρική εικόνα για το περιβάλλον. Σε μερικά μάλιστα (ιδιαιτέρως του Δημοτικού) η ροή της ύλης τους, ακολουθούσε τη ροή των εποχών (Φθινόπωρο, Χειμώνας, Άνοιξη, Καλοκαίρι), έτσι ώστε ο μαθητής να κατατοπίζεται για τις αλλαγές της φύσης και για τις ασχολίες, κατά το πλείστον αγροτικές, των Ελλήνων, στα χρόνια εκείνα. 

Βασιλείου

Βασιλείου


Βασιλείου


Τάσσος

Ας αναγνωρίσουμε όμως το ελαφρυντικό ότι αντανακλούσαν το κλίμα μιας εποχής στην οποία, μια καθημαγμένη από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, και την εμφύλια επέκτασή του χώρα, πάσκιζε να σταθεί στα πόδια της. Με την πλειονότητα των καλλιεργειών να έχει εγκαταλειφθεί, με κατεστραμμένη την (και πριν τον πόλεμο) μικρή βιομηχανία της, την εκτεταμένη ανεργία και τη φτώχεια που κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, ήταν επόμενο το ελληνικό κράτος να στραφεί στις παραδοσιακές καλλιέργειες (καπνός, σταφίδα, λάδι) και στη συνέχεια στο ρύζι και το βαμβάκι, και να τις προβάλλει στα σχολικά εγχειρίδια, χωρίς την σύγχρονη περιβαλλοντική ευαισθησία. Ακόμη κι έτσι όμως, μέσα από τα κείμενα και την εικονογράφηση τους τα παλαιά Αναγνωστικά, αναπαριστούν όψεις του ελληνικού περιβάλλοντος, που δύσκολα μπορεί να βρει κανείς στα σύγχρονα.

Ας κλείσουμε λοιπόν το σημείωμα, με μια επιπλέον αυθαιρεσία: Είμαι της γνώμης, πως στα σχολικά εγχειρίδια του παρελθόντος η ελιά, ο θάμνος, η βελανιδιά, ο σπάρος ήταν περισσότερο "ελιά", "θάμνος", "βελανιδιά" και "σπάρος", τουλάχιστον, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να τα προσλάβει ένας Έλληνας μαθητής.

Για την σύνταξη του σημειώματος αντλήθηκαν πληροφορίες από: