Ήταν το τέλος του καλοκαιριού του 1933 και ο Νικολάι Βαβίλοφ, ο διακεκριμένος Ρώσος γενετιστής, βρισκόταν στις ΗΠΑ εκτελώντας την τελευταία εκτός ΕΣΣΔ αποστολή του, καθώς μερικά χρόνια αργότερα η δυσμένεια στην οποία θα περιέπιπτε δεν θα στοίχιζαν μόνο την απαγόρευση εξόδου από την πατρίδα του, αλλά και την ίδια τη ζωή του. 

Οι λόγοι που τον είχαν φέρει στην Αμερικανική Ήπειρο, ήταν να μετάσχει, ως αντιπρόεδρος, στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Γενετικής, αλλά και να ολοκληρώσει τη μελέτη της εξημερωμένης χλωρίδας της, την οποία είχε ήδη ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1920. Το συνέδριο διεξήχθη στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου Κορνέλ (στην πόλη Ιθάκα) και παρά την δεινή παγκόσμιο οικονομική κρίση, που παραλίγο να κοστίσει τη ματαίωσή του, ήταν άκρως επιτυχές. Μόνο η αναφορά των ονομάτων μερικών από τους συμμετέχοντες, T.H. MorganH. MullerA. SturtevantT. DobzhanskyS. WrightB. McClintockJ.B.S. Haldane, που ανακαλεί και από έναν σταθμό στην ιστορία της γενετικής και της εξέλιξης, είναι αρκετή για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της επιτυχίας του.

Τώρα όμως που το συνέδριο είχε τελειώσει ο Βαβίλοφ έπρεπε να ξεκινήσει τη μακρά και επίπονη πορεία του στην Αμερικανική Ήπειρο που θα τον έφερνε από την Ιθάκα,  στα σιταροχώραφα του Καναδά, ύστερα στις Κορδιλιέρες της Νοτίου Αμερικής (Περού, Βολιβία, Χιλή, Αργεντινή, Ουρουγουάη) και από εκεί στη Βραζιλία και στο απέραντο τροπικό δάσος του Αμαζονίου. 

Όπως συνήθως συνέβαινε στα μέρη που επισκεπτόταν ο Βαβίλοφ, η φήμη του προπορευόταν της αφίξεώς του, ώστε να γίνεται δεκτός με θερμά αισθήματα και να διευκολύνεται η διεξαγωγή της αποστολής του. Όταν έφτασε στην πόλη Μπέλεμ της Βραζιλίας, μια πόλη που είναι κτισμένη στις όχθες του ποταμού Παρά, ο οποίος αποτελεί κλάδο του Αμαζόνιου, τον περίμενε μια αντιπροσωπεία, ανυπόμονη να υποδεχτεί τον «Πρόεδρο της Γεωγραφικής Εταιρείας της Σοβιετικής Ένωσης». Επικεφαλής της ήταν ένας ανώτερος διπλωμάτης, του οποίου την επισημότητα της αμφίεσης-τρίκοχο καπέλο και ξίφος- ο Βαβίλοφ βρήκε τιμητική, ταυτόχρονα όμως και κάπως κωμική.  Η αντιπροσωπεία τον οδήγησε στον Κυβερνήτη, στον οποίο ο Βαβίλοφ εξέφρασε την επιθυμία να κάνει τη διαδρομή που είχε κάνει ο Alfred Wallace, ο συνδιαμορφωτής της θεωρίας της Εξέλιξης, περισσότερο από 80 χρόνια πριν. Ο Κυβερνήτης ικανοποίησε την επιθυμία του και ο Βαφίλοφ  ακολούθησε την πορεία του παλαιού φυσιοδίφη, βαθειά μέσα στο δάσος του Αμαζονίου.

Εκεί όμως περίμενε τον Βαβίλοφ μια μεγάλη έκπληξη. Εξακόσια περίπου χιλιόμετρα από την πόλη Μπέλεμ, ο δαιμόνιος ιδρυτής της αυτοβιομηχανίας, Χένρι Φορντ, είχε δημιουργήσει μια πόλη, της οποίας το όνομα ήταν Φορντλάντια. Στην πόλη αυτή είχε στηθεί μια βιομηχανία επεξεργασίας του ελαστικού κόμμεως, το οποίο προερχόταν από μια τεράστια φυτεία καουτσουκόδενδρου ενός εκατομμυρίου εκταρίων, που είχε αγοράσει ο Φορντ από τη Βραζιλιάνικη κυβέρνηση, προκειμένου να εφοδιάζει τα αυτοκίνητά του, με ελαστικά υψίστης ποιότητας.

Στην πόλη, την οποία επισκέφθηκε ο Βαβίλοφ, μετά από άδεια που πρόθυμα του παρεχώρησε η Αμερικανική Εταιρεία, θαύμασε την «ενεργητικότητα των Γιάνκηδων». Ο Φορντ είχε φροντίσει, πριν ακόμη ξεκινήσει η καλλιέργεια των καουτσουκόδενδρων, να παράσχει στους κατοίκους της Φορντλάντια (καλλιεργητές, μηχανικούς, εργάτες),   όλον τον πολεοδομικό ιστό που θα εξασφάλιζε μια άνετη και ευχάριστη διαβίωση (νοσοκομείο, εκκλησίες, ξενοδοχεία, σχολεία, κέντρα διασκέδασης, ακόμη και πισίνες).








Έτσι ο Βαβίλοφ έγινε αυτόπτης μάρτυς ενός πειράματος που εκτός από βιομηχανικό, ήταν και κοινωνικό, καθώς οι αυτόχθονες καλλιεργητές καλούνταν να ζήσουν σε ένα αστικό περιβάλλον με ρολόγια, οκτάωρη εργασία κ.ά. που ήταν ξένο ως προς τον τρόπο ζωής τους.

Το πείραμα όμως αυτό, δέκα περίπου χρόνια αργότερα, έμελε να αποτύχει.  Οι αυτόχθονες, δυσκολευόμενοι να προσαρμοστούν στον δυτικό τρόπο ζωής, αντιδρούσαν με απεργίες και αναταραχές, ενώ και οι καλλιέργειες δεν πήγαιναν καλύτερα. Η παραγωγικότητά τους ήταν μικρή, και πλήττονταν από διάφορες ασθένειες, μια δηλαδή κατάσταση που οφειλόταν στην απροθυμία του Φορντ να συμβουλευτεί ειδικούς γεωπόνους, καθώς πίστευε πως μεταφύτευση στις φυτείες του ενός ενδημικού φυτού, δεν θα παρουσίαζε προβλήματα. Με την έλευση του συνθετικού καουτσούκ, το πολυέξοδο εγχείρημα της Φορντλάντια, ήταν πλέον άσκοπο, ώστε η Φόρντ να πουλήσει το 1945 την επιχείρηση και τις γαίες στη Βραζιλιάνικη κυβέρνηση.

Έκτοτε η πόλη συνεχίζει να υπάρχει στο δάσος του Αμαζονίου, ως μια πόλη φάντασμα, απομεινάρι ενός ουτοπικού βιομηχανικού και κοινωνικού πειράματος.