Mετά την κατίσχυση της επιστημονικής επανάστασης, το να ασκεί κανείς το επάγγελμα του επιστήμονα ήταν κάτι που μπορούσε να του προσδώσει αναγνώριση, εργασιακή ασφάλεια και ένα ικανοποιητικό, αν όχι ένα υψηλό, επίπεδο ανέσεων. Αυτή η αυτονόητη αλήθεια, που απηχούσε την αυξανόμενη σημασία που απέδιδαν οι κοινωνίες στην επιστήμη, από τον 16ο αιώνα και εντεύθεν, μόνον αυτονόητη δεν ήταν στην ΕΣΣΔ, στα χρόνια του λυσενκοϊσμού. Οι σοβιετικοί γενετιστές γνώριζαν ότι αν ήθελαν να ασκήσουν το επάγγελμά του με επιστημονική ευσυνειδησία κι ακεραιότητα, αυτό που θα έπρεπε να περιμένουν δεν ήταν γενναιόδωρες επιχορηγήσεις, ένα κρατικό αυτοκίνητο, ή μια ντάτσα στη Κριμαία· θα ήταν η απόλυση, η φυλάκιση ακόμη και το εκτελεστικό απόσπασμα. 


Στο βιβλίο μου: “Η Γενετική σε δύσκολους καιρούς και τόπους”-Εκδόσεις Σαββάλα, αφηγούμαι την ιστορία τριών από τους σπουδαιότερους Ρώσους γενετιστές που γνώρισαν καλά στο πετσί τους, πόσο ανασφαλές ήταν εκείνες τις ζοφερές εποχές το επάγγελμα του επιστήμονα.Όμως μαζί με την ιστορία αυτών αφηγούμαι και την ιστορία δεκάδων άλλων, που αν και η απομόνωση της σοβιετικής γενετικής από τις διεθνείς εξελίξεις, δεν τους κατέστησε ευρέως γνωστούς, είχαν σημαντικότατο έργο και αποτελούν υποδείγματα θάρρους και επιστημονικής αξιοπρέπειας.Ένας από τους πλέον αγαπημένους σε μένα, από αυτούς τους «δευτερεύοντες» ήρωες του βιβλίου μου είναι ο γενετιστής Βλαντίμιρ Παύλοβιτς Εφρόιμσον. Ο άνθρωπος αυτός που κατάφερε να επιβιώσει από τις φυλακίσεις και τους εκτοπισμούς, συνέβαλε με το ερευνητικό έργο στην αναβίωση της παράνομης στα χρόνια του λυσενκοϊσμού, Γενετικής Ανθρώπου στη Ρωσία. 
Οι περιπέτειές του με το καθεστώς ξεκίνησαν από τα φοιτητικά του χρόνια. To 1929, ως τεταρτοετής φοιτητής του βιολογικού τμήματος του Πανεπιστημίου της Μόσχας υπερασπίστηκε, σε μια από τις τελετουργικές συνελεύσεις στιγματισμού επιστημόνων, τον καθηγητή του γενετιστή Σεργκέι Τσετβέρικοφπου κατηγορείτο για τροτσκισμό. Η θαρραλέα στάση του ενώπιον του πρύτανη του Πανεπιστημίου Αντρέι Βισίνσκι, δηλαδή του ανθρώπου που 6 χρόνια αργότερα θα γινόταν ο αιμοσταγής εισαγγελέας των διαβόητων δικών της Μόσχας, του κόστισε την αποπομπή του από το Πανεπιστήμιο. Συνέπεια της αποπομπής του, ήταν να μην πάρει ποτέ πτυχίο, κάτι όμως που εκείνες τις εποχές συνέβαινε συχνά, χωρίς να εμποδίζει τους ταλαντούχους ερευνητές να συνεχίζουν την επιστημονική καριέρα τους. Τρία χρόνια αργότερα, συνελήφθη από τη NKVD με πρόσχημα τη συμμετοχή του σε αντισοβιετική συνωμοσία. 

Με τη στολή του Κόκκινου Στρατού

Η πραγματική όμως αιτία ήταν η άρνησή του να συνεργαστεί με τις Αρχές και να καταθέσει κατά του δασκάλου του Νικολάι Κολτσόφ. Η άρνησή του αυτή τού στοίχισε τον εγκλεισμό για τρία χρόνια σε ένα από τα γκούλαγκ της περιοχής του Κεμέροβο.Το 1936 προσελήφθη ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεταξοπαραγωγής στην Τασκένδη. Έναν όμως χρόνο μετά απολύθηκε με την κατηγορία της υποστήριξηε του “Μοργκανομεντελισμού”. Το 1939 διορίστηκε ως καθηγητής Γερμανικών σε ένα σχολείο στο Χάρκοβο και στη συνέχεια προσελήφθη, ως ερευνητής στον Σταθμό Μεταξοσκώληκα της πόλης. Τον Μάιο του 1941 υποστήριξε τη διατριβή του και έναν μήνα αργότερα πήρε μέρος στον “Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο” ως υπολοχαγός του Κόκκινου Στρατού. Για τις υπηρεσίες του τιμήθηκε με δύο παράσημα ανδρείας, του Τάγματος του Ερυθρού Αστέρα του Κόκκινου Στρατού και του Τάγματος του Πατριωτικού πολέμου. 

Όμως, για μια ακόμη φορά ο Εφρόιμσον, δεν έλεγε να βάλει μυαλό. Το 1945 ως μέλος της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Κόκκινου Στρατού, στην κατεκτημένη Γερμανία, έκανε το λάθος να στείλει μια εμπεριστατωμένη αναφορά στο Επιτελείο για τις βιαιότητες και τους μαζικούς βιασμούς Γερμανίδων από Σοβιετικούς στρατιώτες. Τέσσερα χρόνια αργότερα, με πρόσχημα τη δυσφήμιση του Κόκκινου Στρατού, ο Εφρόιμσον συνελήφθη, εγκλείστηκε στη διαβόητη φυλακή Λουμπιάνκα της NKVD και στη συνέχεια καταδικάστηκε σε 7 χρόνια φυλάκισης στο γκούλαγκ Ντζεζκασγκάν στο Καζακστάν. Ο πραγματικός όμως λόγος των διώξεών του ήταν η έντονη αντιλυσενκοϊκή στάση του. Τη χρονιά της συλλήψεώς του, είχε τολμήσει να στείλει μια πολυσέλιδη αναφορά στην Κ.Ε. του ΚΚΣΕ στην οποία επεσήμανε, σημείο προς σημείο, τα σφάλματα του Λυσένκο και τις οδυνηρές συνέπειές τους στη γεωργία.Ο ασυγκράτητος, όπως τον χαρακτήριζαν οι συνάδελφοί του Εφρόιμσον απεβίωσε την 21η Ιουλίου του 1989 αφήνοντας πίσω μια σημαντική επιστημονική παρακαταθήκη και ένα υψηλόφρον παράδειγμα επιστημονικής αξιοπρέπειας.

Ο αναγνώστης που επιθυμεί να μάθει περισσότερα για τον σημαντικό αυτόν επιστήμονα μπορεί να διαβάσει το άρθρο του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη:Βλαντίμιρ Εφρόιμσον: Ο συνοδοιπόρος του Βαβίλοφ, στο Liberal. Στο άρθρο αυτό ο μεταφραστής, δημοσιογράφος και εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα, παραθέτει τη συγκλονιστική ομιλία του Εφρόιμσον που δόθηκε στο Πολυτεχνικό Μουσείο, τον Δεκέμβριο του 1985, με αφορμή την προβολή μιας ταινίας για τη ζωή και το έργο του Νικολάι Βαβίλοφ. Στην ομιλία αυτή ο θαραλλέος επιστήμονας καταγγέλλει, για μια ακόμη φορά, το αδυσώπητο καθεστώς και «μαλλώνει» με τα ακόλουθα λόγια τους δημιουργούς της ταινίας:

Δεν κατηγορώ τους δημιουργούς της ταινίας, επειδή δεν μπόρεσαν να πουν την αλήθεια για τον θάνατο του Βαβίλοφ. Είπαν σεμνά πως «πέθανε στην φυλακή του Σαράτοφ». Δεν πέθανε. Ψόφησε! Ψόφησε σαν σκυλί. Ψόφησε από την πελλάγρα, η οποία είναι μία ασθένεια που προκαλείται από την απόλυτη, την οριακή λιμοκτονία. Από αυτή την ασθένεια ψοφούν τα αδέσποτα σκυλιά…