Φίλεργο μέλισσα χαρακτήριζαν τα παλιά αναγνωστικά το κοινωνικό έντομο, στο οποίο οφείλουμε την επικονίαση των φυτών. Όμως εκτός από ακάματη εργάτρια των κήπων και των αγρών η μέλισσα είναι και δεξιοτέχνης της επικοινωνίας την οποία διεκπεραιώνει, χάρη στους περίτεχνους χορούς της. 

Για αιώνες οι μελισσοκόμοι και οι φυσιοδίφες θαύμαζαν τον χορό των μελισσών και υποψιάζονταν ότι υποδηλώνει την ύπαρξη μιας γλώσσας που τις βοηθούσε να διαχειρίζονται την εργασία της πολύβουης κυψέλης. O Αριστοτέλης στο έργο του  «Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι» έγραφε: «ὅταν δ' εἰς τὸ σμῆνος ἀφίκωνται, ἀποσείονται, και παρακολουθοῦσιν ἑκάστῃ τρεῑς ἢ τέτταρες. τὸ δὲ λαμβανόμενον οὐ ῥᾴδιόν ἐστιν ἰδεῖν̇ οὐδὲ τὴν ἐργασίαν ὅντινα τρόπον ποιοῦνται, οὐκ ὦπται». (όταν φτάνουν στο σμήνος, τινάζονται και καθεμιά τους παρακολουθείται από τρεις ή τέσσερις. Αυτό όμως που συμβαίνει δεν είναι εύκολο να το δεις, ούτε να καταλάβεις τη σημασία της εργασίας που κάνουν)

Έπρεπε όμως, να έρθουν τα μέσα της δεκαετίας του 1940, ώστε ο Αυστριακός ζωολόγος, διευθυντής του Ινστιτούτου Ζωολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου, Karl von Frisch, να λύσει τον γρίφο του χορού των μελισσών, τον οποίο και ο ίδιος είχε καταγράψει, ήδη από το 1927. Εκτελώντας ευφυή πειράματα, κατάφερε να αποκρυπτογραφήση το μοτίβο του χορού στον οποίο αποδύονται οι μέλισσες, κατά την επιστροφή τους από την κυψέλη, προκειμένου να καθοδηγούν τις συντρόφους τους, για την κατεύθυνση και την απόσταση που τις χωρίζει από την πηγή της τροφής. Η ανακάλυψη ότι ένα μικροσκοπικό ζώο - που δεν είναι καν σπονδυλωτό - είναι ικανό να μεταβιβάζει ακριβείς πληροφορίες, έκανε μεγάλη εντύπωση και προσέλκυσε το ενδιαφέρον, όχι μόνον των βιολόγων, αλλά και των ανθρωπολόγων, και των κοινωνιολόγων, και των γλωσσολόγων, και δικαίως επιβραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ, το 1973. 

Όμως, εξίσου ενδιαφέρουσα με την ανακάλυψη είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επιτεύχηκε. Πιο συγκεκριμένα το 1941, οπότε ο von Frish καταπιάστηκε - για δεύτερη φορά μετά το 1927 - με τη μελέτη του χορού του μελισσών, η Ευρώπη είχε βρεθεί στη δίνη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και ο ίδιος, είχε τεθεί - λόγω του ότι η εκ μητρός γιαγιά του, ήταν εβραία - στο στόχαστρο του Υπουργείου Παιδείας του Ναζιστικού καθεστώτος. Παρά λοιπόν, τη μη άρια καταγωγή του και το μη συναφές, με την πολεμική προσπάθεια αντικείμενο της εργασίας του, η έρευνά του όχι μόνον δεν ανακόπηκε, αλλά αντιθέτως χρηματοδοτήθηκε και υποστηρίχθηκε από το Υπουργείο Τροφίμων και Γεωργίας του 3ου Ράιχ.  Αιτία ήταν, ένα παράσιτο - ζυγομύκητας του γένους Nosema- που είχε προκαλέσει μια επιδημία η οποία είχε πλήξει τις κυψέλες σε ολόκληρη την Ευρώπη και απειλούσε, όχι απλώς τη μελισσοκομία, αλλά και τη γεωργία και συνεπώς την παραγωγή τροφίμων, καθώς οι μέλισσες αποτελούν τη σημαντικότερη και μεγαλύτερη ομάδα επικονιαστών των καλλιεργούμενων αγγειοσπέρμων. 

Χάρη λοιπόν στις μέλισσες και τις προσδοκίες ότι έρευνα του von Frisch, θα αποσοβούσε τη διαφαινόμενη επισιτιστική κρίση, το ναζιστικό καθεστώς δεν εφάρμοσε την απόφαση του Υπουργού Παιδείας να απομακρύνει τον von Frisch από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου, σύμφωνα με τον νόμο για την «Αποκατάσταση της Δημόσιας Υπηρεσίας» που προέβλεπε την απόλυση των πανεπιστημιακών που δεν είχαν άρια καταγωγή και αγνόησε τις καταγγελίες ότι στο εργαστήριο του, διεξήγαγε «εβραϊκή έρευνα» και ότι απασχολούσε «αντιδραστικούς συνεργάτες» - όπως ονόμαζαν οι ναζί τους Γερμανούς που δεν ήταν μέλη του ναζιστικού κόμματος.

Ας αφήσουμε λοιπόν τον ίδιο να μας περιγράψει τις ζοφερές ημέρες που έζησε με το ξέσπασμα του πολέμου, στο απόσπασμα που μεταφράσαμε από το βιβλίο του: «Ένας βιολόγος θυμάται» που εκδόθηκε το 1957 στο Βερολίνο και μεταφράστηκε, μια δεκαετία αργότερα στα Αγγλικά, για τις εκδόσεις Pergamon Press. Η διεύθυνση προς το βιβλίο από το γενναιόδωρο internet archive.

(Για τους φίλους που επιθυμούν να μάθουν πώς το μοτίβο με το οποίο χορεύουν οι μέλισσες αποκαλύπτει τη θέση της τροφής, έχει παρατεθεί - στο τέλος του άρθρου - μια κατατοπιστική εικόνα που έχει ληφθεί από την αυτοτελή έκδοση της «Βιολογίας» των Campbel, Reece, Minorsky των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης)

Αυτοί που κρατούσαν τα μάτια τους ανοικτά και δεν εξαπατούνταν από τα λόγια, γνώριζαν ότι ο πόλεμος πλησίαζε. Η ψυχολογία των ανδρών και των γυναικών που είχαν ζήσει τον 1ο Παγκόσμιο πόλεμο κι ωστόσο επιθυμούσαν να υποστούν έναν ακόμη, ήταν για μένα ένα ανεξιχνίαστο μυστήριο. Τώρα αυτή η φρικτή δυστυχία και αθλιότητα θα έπρεπε να βιωθεί, ξανά και ξανά, σαν ένα τρομακτικό μοτίβο με ατέλειωτες παραλλαγές. Η κατάσταση ήταν πράγματι τραγική. Μια νίκη του Εθνικοσοσιαλισμού, θα σήμαινε τoν θρίαμβο του λάθους. Ωστόσο, η ήττα των εθνικοσοσιαλιστών θα σήμαινε ίσα βάσανα, τόσο για τους δίκαιους, όσο και για τους ενόχους.

Η προετοιμασία ήταν προφανώς διεξοδική και η οργάνωση εξαιρετική. Αυτό φάνηκε από τις αρχικές επιτυχίες του blitzkrieg και την αθόρυβη μετάβαση σε πολεμικές συνθήκες στο εσωτερικό μέτωπο. Τα δελτία τροφίμων εισήχθησαν μέσα σε μια νύχτα.  Θυμάμαι ότι όταν διάβασα την ανακοίνωση στην εφημερίδα είχα μια σαφή αίσθηση κενού στο στομάχι μου - μια ψυχολογική εμπειρία που δεν σχετιζόταν με τη φυσιολογία του οργανισμού μου. 

Αντιλαμβάνομαι, φυσικά, ότι εδώ δεν είναι ο χώρος στον οποία θα συζητήσουμε τους ιστορικούς λόγους που οδήγησαν στη συντριπτική ήττα της Γερμανίας. Επιθυμώ, απλώς να καταγράψω μερικές προσωπικές εμπειρίες. Δεν υπήρχε σχεδόν, ούτε μια οικογένεια που να μη μπήκε στη δίνη της καταιγίδας. 

Το έργο του Ινστιτούτου, είχε απειληθεί από δυο πλευρές. Πρώτον, τα επιστημονικά προγράμματα που δεν υπόσχονταν ένα άμεσο πρακτικό όφελος, δεν είχαν πολλές πιθανότητες να επιβιώσουν σε συνθήκες παρατεταμένου πολέμου. Δεύτερον, απείχα πολύ από το να θεωρούμαι ένα άτομο αρεστό στους ανθρώπους της εξουσίας. Το 1941 φαινόταν ότι ήταν η χρονιά στην οποία θα έπρεπε να εγκαταλείψω το Ινστιτούτο, και η πρόωρη συνταξιοδότησή μου, έμοιαζε αναπόφευκτη. Το ότι μας επιτράπηκε να συνεχίσουμε, με συγκριτικά λίγους περιορισμούς και με ουσιαστική βοήθεια από τις αρχές το οφείλουμε, αφενός στις αφοσιωμένες προσπάθειες των καλοπροαίρετων φίλων μας, και αφετέρου, στις μέλισσες. 

Στα χρόνια 1940 - 1942 οι κυψέλες στη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχαν πληγεί από μια καταστροφική επιδημία που κατά την κορύφωσή της είχε εξαλείψει εκατοντάδες χιλιάδες κυψέλες. Αυτό δεν προκάλεσε μόνο μια σοβαρή μείωση της παραγωγής μελιού, αλλά συνιστούσε και μια εξίσου σοβαρή απειλή για τη γεωργία και ειδικά τις οπωροκαλλιέργειες, καθώς είναι γνωστόν, ότι οι μέλισσες αποτελούν τους σημαντικότερους επικονιαστές των καλλιεργούμενων φυτών. Συνεπώς, σε μια εποχή που τα τρόφιμα ήταν εν ανεπαρκεία, το πρόβλημα στις κυψέλες αποτελούσε μια διπλή καταστροφή. 

Το παθογόνο που προκαλεί τη νόσο είναι ένα μικροσκοπικό μονοκύτταρο παράσιτο του πεπτικού σωλήνα των μελισσών, το οποίο ονομάζεται Nosema apis. Αυτοί οι μικροσκοπικοί οργανισμοί εντοπίζονται συχνά στο έντερο των μελισσών, χωρίς να τους προξενούν κάποιο σύμπτωμα νόσου. Σε άλλες όμως περιπτώσεις, μετατρέπονται - για άγνωστους προς το παρόν λόγους - ξαφνικά σε τοξικούς και πολλαπλασιαζόμενοι με τεράστιο ρυθμό, προκαλούν σοβαρή θνησιμότητα.

Αυτή είναι μια διεθνής εμπειρία. Και όπως συνήθως συμβαίνει, όσο λιγότερα γνωρίζουμε για ένα νόσημα, τόσες περισσότερες θεραπείες προτείνονται για την αντιμετώπισή του. Και πράγματι, και στην περίπτωση αυτή, ήταν διαθέσιμα αμέτρητα σκευάσματα στους μελισσοκόμους, τα οποία, χωρίς καμιά εξαίρεση, ήταν μια απόλυτη σπατάλη χρημάτων. 

Υπ΄αυτές λοιπόν τις συνθήκες συστάθηκε ένα "Συμβούλιο Nosema" με σκοπό την αντιμετώπιση του προβλήματος. Επικεφαλής τέθηκε ένας άνθρωπος με σημαντική επιρροή στο αντικείμενο της παραγωγής τροφίμων ο οποίος γνώριζε τη δουλειά μου, και ήταν ενήμερος για τους κινδύνους που απειλούσαν τη θέση μου. Ο άνθρωπος λοιπόν αυτός, κατάφερε να μου εξασφαλίσει μια επίσημη ανάθεση έρευνας, από το Υπουργείο Τροφίμων, με αντικείμενο τη διερεύνηση της νόσου. Μας χορηγήθηκε λοιπόν επαρκής χρηματοδότηση, επαρκές προσωπικό και μια ορισμένη ελευθερία κινήσεων (κατά κυριολεξία, στη μορφή κουπονιών βενζίνης). Μου επιτράπηκε, ακόμη, να προσλάβω μερικούς σημαντικούς συνεργάτες, οι οποίο ανακλήθηκαν ενώ πολεμούσαν στο μέτωπο. Όσον λοιπόν με αφορά, ήμουν ικανοποιημένος να έχω ένα έργο, το οποίο δεν αντέβαινε στη σοβαρότητα των καιρών, και που αν πετύχαινε θα ήταν προς όφελος των μελισσοκόμων, διεθνώς.

Το πρώτο βήμα μας ήταν να εξετάσουμε την αποτελεσματικότητα των υπαρχόντων σκευασμάτων επί ατόμων που είχαμε στο εργαστήριο και σε φυσικούς πληθυσμούς. Κανένα δεν ήταν αποτελεσματικό. Εξετάσαμε επίσης και παρασκευάσματα, που ενδεχομένως είχαν μια χημειοθεραπευτική δράση, πάλι χωρίς επιτυχία. Με τη βοήθεια των ενώσεων μελισσοκόμων θεσπίσαμε μια υπηρεσία παρατήρησης προκειμένου να βρούμε ποιοι κλιματικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες ευνοούσαν ή αντιθέτως παρεμποδίζουν την εμφάνιση της νόσου. Όταν φάνηκε ότι η γύρη, δηλαδή η πηγή πρωτείνης στην τροφή των μελισσών, σχετίζεται με κάποιο τρόπο με την ευαισθησία στη νόσο, η βοηθός μου καθηγήτρια Ruth Beutler, ανέλαβε να μελετήσει το συγκεκριμένο πρόβλημα. Καθώς όμως έπρεπε να ξεκαθαριστούν βασικά ερωτήματα, που κατά πάσα πιθανότητα χρειάζονταν χρόνια για να επιλυθούν, γνωρίζαμε ότι δεν θα έπρεπε να  ελπίζουμε πως θα είχαμε γρήγορα αποτελέσματα. Και πράγματι δεν καταφέραμε να παραγάγουμε μια ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα,  κατά τη διάρκεια του πολέμου. 

Μετά από λίγο καιρό το πεδίο αναφοράς μας διευρύνθηκε προς μια κατεύθυνση που ήταν πολύ πιο κοντά στα δικά μου επιστημονικά ενδιαφέροντα, αλλά είχε εξίσου μεγάλη πρακτική σημασία. Έμαθα, από ρωσικά επιστημονικά περιοδικά ότι στη χώρα αυτή διεξάγονταν μεγάλης κλίμακας δοκιμές οι οποίες αποσκοπούσαν στο να διεγείρουν τις μέλισσες να επισκέπτονται οποιαδήποτε επιθυμητή καλλιέργεια που είχε γεωργική σημασία, ταΐζοντας τις με ζαχαρόνερο αρωματισμένο με το άρωμα των εν λόγω φυτών. Η μέθοδος αυτή βασιζόταν σε μερικά δικά μου πειράματα στην όσφρηση και στους χορούς των μελισσών που είχα κάνει παλαιότερα.

Στην πραγματικότητα, ο τότε μελισσοκόμος μου Guido Bamberger, είχε εφαρμόσει τις ιδέες αυτές πολλά χρόνια νωρίτερα. Τον θυμάμαι να μου λέει ότι όταν αυτός και κάποιοι άλλοι μελισσοκόμοι, είχαν μεταφέρει τις κυψέλες τους σε έναν πλούσιο βοσκότοπο για μέλισσες, είχε πάρει μερικά άνθη του κύριου μελισσοκομικού φυτού του βοσκότοπου, τα είχε ψεκάσει με μέλι και ζαχαρόνερο και τα είχε τοποθετήσει στα ανοίγματα πτήσης των κυψελών. Οι πρώτες μέλισσες που, φεύγοντας από την κυψέλη, έβρισκαν τα άνθη στον βοσκότοπο, όταν επέστρεφαν στην κυψέλη καθοδηγούσαν - με τον χορό τους και το κολλημένο στο τριχωτό τους σώμα άρωμα του άνθους - τις άλλες εργάτριες, ώστε να τα βρουν. Κατ' αυτόν τον τρόπο ήταν οι πρώτες που έφταναν στον βοσκότοπο, ώστε ο Bamberger να είχει τη μεγαλύτερη παραγωγή μελιού, απ' όλους τους μελισσοκόμους. Είχε λοιπόν εφεύρει την καθοδήγηση διά της οσμής. Κατά το παρελθόν είχα προσπαθήσει, επανειλλημένως, να κάνω τους μελισσοκόμους να ενδιαφερθούν για τη μέθοδο, χωρίς όμως επιτυχία. Τώρα, τα ρωσικά πειράματα έπρεπε να δοκιμαστούν και να αναπτυχθούν περαιτέρω. 

Οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές. Με την ενεργό υποστήριξη της επίσημης ένωσης των μελισσοκόμων μπορούσαμε να διεξαγάγουμε πειράματα πεδίου, Μόνο η γενική κατάρρευση που επακολούθησε μετά το τέλος του πολέμου, έθεσε τέλος στις δραστηριότητες μας. όποτε και όπου επιθυμούσαμε. 

Η εφαρμογή της μεθόδου, με το κόκκινο τριφύλλι, ήταν απολύτως επιτυχής. Το σημαντικό αυτό μελισσοκομικό ψυχανθές, αναπτυσσόταν κυρίως στη Ρηνανία και στην Ανατολική Πρωσία, αλλά οι σοδειές του ποικίλλαν και ήταν συχνά φτωχές, διότι τα άνθη του δεν μπορούσαν να γονιμοποιηθούν χωρίς επικονίαση, από έντομα και οι φυσικοί επικονιαστές τους - οι μέλισσες - δεν ήταν τόσο πολυάριθμες, ώστε να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες της επικονίασης όλων των αγρών. Οι μέλισσες, κανονικά, δεν δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον για το κόκκινο τριφύλλι, καθώς οι γλώσσες τους δεν είναι αρκετά μακριές, ώστε να αποσπούν όλο το νέκταρ, από τον πυθμένα του στενού και μακρού κάλυκα αυτών των ανθέων. Όμως, παρέχοντάς τους τροφή που μύριζε τριφύλλι, εξαπατώντο ώστε να πιστεύουν πως η πηγή νέκταρος, άξιζε την προσπάθειά τους. Καταφέραμε λοιπόν να τελειοποιήσουμε μια πρακτική μέθοδο με την οποία αυξήθηκαν οι μέσες αποδόσεις κατά 40% περίπου, και εξασφαλίστηκε μια κανονική συγκομιδή για τον αγρότη. Οι δοκιμές που κάναμε με άλλα καλλιεργούμενα φυτά, ήταν ελπιδοφόρες, αλλά δεν ολοκληρώθηκαν.

Η καθοδήγηση διά του αρώματος, αποδείχτηκε ιδιαιτέρως επιτυχής, ως μέσο αύξησης της συγκομιδής μελιού, σε ένα μεγάλο αριθμό βοσκοτόπων, επειδή διεγείρει την ένταση αναζήτησης τροφής. Σε δοκιμές μεγάλης κλίμακας που έγινα στο λευκό τριφύλλι, την ελαιοκράμβη, τα γογγύλια, τα ρείκια και ένα είδος γαϊδουράγκαθου (Cirsium oleraceum) οι μέσες αποδόσεις αυξήθηκαν κατά 25 με 65%.

Το θέμα θα χρειαζόταν περαιτέρω μελέτη και πρακτική προώθηση. Όμως τα ινστιτούτα μελισσοκομικής έρευνας και οι σχολές μελισσοκόμων των οποίων η δουλειά θα ήταν αυτή, είναι τόσο φτωχά σε χρήματα και προσωπικό όσο και τα ίδια τα πανεπιστήμια. Προφανώς δεν είναι κατανοητό ότι η τσιγκουνιά σε θέματα έρευνας, πληρώνεται πολύ ακριβά, μακροπρόθεσμα...

Η εργασία μας επηρεάστηκε από τα γεγονότα του πολέμου και από την αβεβαιότητα για την δική μου θέση. Για κάποιο χρονικό διάστημα λαμβάναμε δυσοίωνες απαιτήσεις να προσκομίσουμε έγγραφα για την καταγωγή της εκ μητρός γιαγιάς μου, που γνωρίζαμε ότι ήταν αδύνατον να τα βρούμε. Τον Ιανουάριο του 1942 η πρυτανεία του Πανεπιστημίου μού γνωστοποίησε την ακόλουθη επικοινωνία της με το Βαυαρικό Υπουργείο. 

«Το Υπουργείο Παιδείας του 3ου Ράιχ διεπίστωσε ότι ο τακτικός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μονάχου Dr. K. v Frisch είναι μικτής καταγωγής 2ου βαθμού. Κατά συνέπεια, ο καθηγητής θα πρέπει να συνταξιοδοτηθεί, σύμφωνα με την παράγραφο: 72 DBG. Θα σας ήμουν υποχρεωμένος, αν κοινοποιούσατε την απόφαση στον καθηγητή von Frisch».

 


 (Στην πρώτη φωτογραφία εικονίζεται ο Karl von Frisch στον κήπο του, το 1964, καθώς μελετά την αντίληψη των χρωμάτων από τις μέλισσες)